Η γυναίκα ως δημιουργός και ως ηρωίδα μέσα από δύο σπάνια και συναρπαστικά έργα
Η γυναικεία παρουσία στη μουσική, ως δημιουργική φωνή αλλά και ως εμβληματική δραματική μορφή, βρίσκεται στο επίκεντρο της συναυλίας «Γυναίκα» που παρουσιάζει η Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, τη Δευτέρα 10 Μαρτίου, στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», σε μουσική διεύθυνση της Μάτας Κατσούλη. Το πρόγραμμα της συναυλίας, αναδεικνύει τη γυναίκα ως δημιουργό που διεκδικεί τη θέση της στη σύνθεση, μέσω της Συμφωνίας αρ. 3 σε σολ ελάσσονα της Λουίζ Φαρρένκ, αλλά και ως ηρωίδα που ενσαρκώνει διαχρονικά ανθρώπινα πάθη, μέσα από το μελόδραμα Μήδεια του Γίρι Άντονιν Μπέντα, που εστιάζει σε μία από τις πιο σύνθετες μορφές της παγκόσμιας μυθολογίας.
Πρόγραμμα
Louise Farrenc
Συμφωνία αρ. 3 σε σολ ελάσσονα, έργο 36
Ι. Adagio – Allegro
II. Adagio cantabile
III. Scherzo – Vivace
IV. Finale – Allegro
Jiří Antonin Benda
Μήδεια
Λιμπρέτο: Friedrich Wilhelm Gotter
Αφήγηση: Μαρία Σκουλά
Απόδοση κειμένου στα ελληνικά: Γιάννης Καλιφατίδης
Η Λουίζ Φαρρένκ (1804-1875) υπήρξε μια σημαντική Γαλλίδα συνθέτρια, πιανίστα και παιδαγωγός, όμως η συμβολή της στον κόσμο της κλασικής μουσικής παραγνωρίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το γεγονός αυτό δεν σχετίζεται με την υψηλή εκφραστική ποιότητα και την αρτιότητα του έργου της, ωστόσο γίνεται κατανοητό αν ληφθεί υπόψη η σχεδόν καθολική προκατάληψη του 19ου αιώνα απέναντι στις γυναίκες συνθέτριες — μια προκατάληψη τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε, από τη σκοπιά του 21ου αιώνα, φαντάζει αδιανόητη. Η αντίληψη ότι μόνο ένας ανδρικός νους μπορούσε να δημιουργήσει μουσική μεγάλης κλίμακας παρέμενε σχεδόν αδιαμφισβήτητη, ακόμη και από πολλές γυναίκες.
Η Μήδεια του Τσέχου συνθέτη Γίρι Αντονίν Μπέντα (1722-1795) είναι ένα μονόπρακτο μελόδραμα σε πέντε σκηνές. Το λιμπρέτο υπογράφει ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Βιλχέλμ Γκόττερ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την Πρωτομαγιά του 1775 στη Λειψία. Χάρη στη Μήδεια και την Αριάδνη στη Νάξο, ο Μπέντα καθιερώθηκε ως ένας συνθέτης του οποίου το έργο άσκησε ουσιαστική επιρροή στην εξέλιξη του γερμανικού μουσικού θεάτρου. Στο επίκεντρο βρίσκεται η μορφή της Μήδειας, που διχάζεται ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, το μητρικό ένστικτο και την επιθυμία για εκδίκηση. Η μουσική του Μπέντα αναδεικνύει αυτές τις συγκρούσεις και αποδίδει τις ψυχικές μεταπτώσεις της ηρωίδας με ιδιοφυή τρόπο.
Σημείωμα της μαέστρου Μάτα Κατσούλη
Το πρόγραμμα της αποψινής συναυλίας περιστρέφεται γύρω από γυναικείες μορφές που, με διαφορετικό τρόπο, συμπυκνώνουν την ένταση της εποχής τους: άλλοτε ως δημιουργοί, άλλοτε ως πρόσωπα μύθου, άλλοτε ως φωνές που αντιστέκονται.
Η Τρίτη Συμφωνία της Louise Farrenc είναι ένα έργο που ξεκινά σαν να αφηγείται από μέσα προς τα έξω: μια αργή εισαγωγή έξι μόνο μέτρων με το όμποε, σχεδόν σαν αναστεναγμός, ανοίγει ένα τοπίο σκοτεινής ευαισθησίας πριν η μουσική βυθιστεί στο στροβιλιστικό της Allegro. Η συμφωνική γραφή της Farrenc είναι στιβαρή αλλά διάφανη· αφήνει χώρο στα ξύλινα πνευστά να συνομιλήσουν με τρόπο σχεδόν “δωματίου”, ενώ τα έγχορδα σπρώχνουν μπορστά τη μουσική σαν ασταμάτητος παλμός. Στο Adagio cantabile, το κλαρινέτο τραγουδά μια μελωδία που μοιάζει να αναζητά γαλήνη,, ενώ το Scherzo περνά σαν νευρική λάμψη, με μια ορμή που υποφώσκει διαρκώς κάτω από την επιφάνεια. Το αποφασιστικό unisono των εγχόρδων στην αρχή του Finale σηματοδοτεί την επιστροφή σε μια σκοτεινότερη, τολμηρή ενέργεια. Η μουσική προχωρά με αδιάκοπη ορμή, ακολουθώντας τη διαρκή επεξεργασία του θεματικού υλικού, ώσπου κορυφώνεται σε τρεις θριαμβευτικές καταληκτικές συγχορδίες
Στο δεύτερο μέρος, η Μήδεια του Benda μεταφέρει αυτή την ένταση από τη συμφωνική αρχιτεκτονική στο Μelodram: εκεί όπου η μουσική δεν περιγράφει απλώς, αλλά συνοδεύει την ένταση και τις μεταπτώσεις του θεατρικού λόγου. Έτσι, η βραδιά κινείται από τη δομή στη φωνή, από την ισορροπία στην έκρηξη — από το εσωτερικό πάθος προς το αναπόφευκτο. Και δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ιδανικότερη Μήδεια από την ερμηνεία της Μαρίας Σκουλά.
Για εμένα, αυτή η πορεία συνδέεται απόψε με μια βαθιά προσωπική επιστροφή. Η πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή του Θεάτρου Ολύμπια ήταν το 1991, ως νεαρή και ενθουσιώδης τραγουδίστρια. Λίγο πιο μετά επέστρεψα ως διευθύντρια της παιδικής χορωδίας, καθοδηγώντας παιδικές φωνές να αφουγκραστούν τον παλμό της μουσικής και της θεατρικής δημιουργίας.
Σήμερα επιστρέφω στη σκηνή του ιστορικού αυτού Θεάτρου, στο σπίτι πλέον της Ορχήστρας του Δήμου Αθηναίων, βαθιά συγκινημένη, ως Αθηναία, που η πόλη μας διαθέτει έναν χώρο που συνεχίζει να ζει, να δημιουργεί και να εξελίσσεται, χάρη σε ανθρώπους που αγαπούν ουσιαστικά την τέχνη, πονούν την καλή μουσική και στηρίζουν έμπρακτα τη δημιουργία — και τους ανθρώπους της.
Η Μάτα Κατσούλη γράφει για τη Μήδεια
Η Μήδεια δεν αποτελεί έναν στατικό χαρακτήρα του παρελθόντος, αλλά μία από τις πλέον ανθεκτικές και επίμονες παρουσίες της ευρωπαϊκής παράδοσης. Εδώ και τρεις χιλιετίες, η μορφή της αναπλάθεται διαρκώς, φέρνοντας κάθε εποχή αντιμέτωπη με τις δικές της αντιφάσεις: την ξενικότητα, το δέος της παιδοκτονίας, τη σύγκρουση του
«εαυτού» με το «άλλο». Από την αρχαϊκή εποχή και τις πρώτες αναφορές του 8ου αιώνα π.Χ., η Μήδεια λειτουργεί περισσότερο ως μία εικόνα-σύμβολο παρά ως μια απλή λογοτεχνική ηρωίδα, αποκαλύπτοντας πως το «άλλο» δεν παραμένει σε ασφαλή απόσταση, αλλά φωλιάζει μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.
Η διαχρονικότητά της κρύβεται στην ικανότητά της να μεταμορφώνεται. Ενώ στον Ευριπίδη τη βλέπουμε να υιοθετεί έναν ηρωικό κώδικα εκδίκησης που την
απο-ανθρωποποιεί, άλλες παραδόσεις —συνδεδεμένες με τη λατρεία της Ήρας
Ακραίας— τη θέλουν να επιχειρεί να καταστήσει τα παιδιά της αθάνατα ή να πέφτει η ίδια θύμα των Κορινθίων. Αυτή η αμφισημία της είναι που την καθιστά ιδανική για τη μουσική σκηνή του 18ου αιώνα.
Το «Στοίχημα» του 18ου Αιώνα και ο Γίρι Μπέντα
Στη δεκαετία του 1770, η Μήδεια γίνεται το επίκεντρο για ένα εντελώς νέο είδος: το μελόδραμα. Όλα ξεκινούν από τις ριζοσπαστικές ιδέες του Ζαν – Ζακ Ρουσσώ, ο οποίος οραματίστηκε μια δραματουργία όπου ο λόγος και η μουσική «συνομιλούν» διαδοχικά. Στόχος ήταν η μουσική να προαναγγέλλει και να προετοιμάζει την ψυχική κατάσταση του ηθοποιού, ο οποίος πλέον δεν τραγουδά, αλλά απαγγέλλει με μουσικότητα.
Ο Βοημός συνθέτης Γίρι Αντονίν Μπέντα, επηρεασμένος από το κίνημα Sturm und Drang (Θύελλα και Ορμή), απογείωσε αυτή την ιδέα. Στη δική του Mήδεια (1775), η μουσική δεν είναι η ίδια η εσωτερική φωνή της ηρωίδας. Είναι ένας συγκλονιστικός μονόλογος όπου η ορχήστρα μιλά για όσα η Μήδεια αδυνατεί να εκφράσει με λέξεις.
Η συνάντηση του συνθέτη Μπέντα με τον ποιητή Φρήντριχ Βίλχελμ Γκόττερ υπήρξε μια κορυφαία στιγμή για το γερμανικό θέατρο. Ο Γκόττερ, στενός φίλος και πνευματικός συνοδοιπόρος του Γκαίτε, μετέφερε στο κείμενο της Μήδειας όλη την ορμή και την υπαρξιακή αγωνία που χαρακτήριζε τον κύκλο της Βαϊμάρης.
Επηρεασμένος από την αισθητική επανάσταση που οραματιζόταν ο Γκαίτε, ο Γκόττερ δεν έγραψε ένα παραδοσιακό λιμπρέτο, αλλά ένα πυκνό, ποιητικό κείμενο που «έσπασε» τις φόρμες της εποχής. Αυτή η επιρροή του Γκαίτε είναι εμφανής στην ωμή ειλικρίνεια και το πάθος της ηρωίδας, στοιχεία που επέτρεψαν στον Μπέντα να συνθέσει μια μουσική που δεν συνοδεύει απλώς τις λέξεις, αλλά γίνεται η ίδια η ψυχή τους.
Η Ορχηστρική Δύναμη και η Καταλυτική Μεταβολή
Στην αποψινή εκτέλεση, θα ακούσουμε την εκτενή ορχηστρική εκδοχή του έργου, η οποία αναδεικνύει όλο το εύρος των ηχοχρωμάτων που επιστράτευσε ο Μπέντα. Η χρήση των πνευστών και η δραματική ένταση των εγχόρδων στην πλήρη τους μορφή δημιουργούν ένα ηχητικό περιβάλλον που «εγκλωβίζει» τον ακροατή στην τραγική μοίρα της ηρωίδας. Εδώ, η Μήδεια δεν είναι μόνη· η ορχήστρα γίνεται ο καθρέφτης της μανίας και της θλίψης της, προσφέροντας ένα πλούσιο εκφραστικό πλαίσιο που αφυπνίζει συγκρουσιακά συναισθήματα.
Η Μήδεια λειτουργεί ως μια καταλυτική δύναμη, ανάλογη με την ινδουιστική θεά Κάλι: είναι η δύναμη της ριζικής μεταβολής μέσω της καταστροφής. Επιβάλλει μια νέα, μη αναστρέψιμη τάξη πραγμάτων, τόσο στον μύθο όσο και στη μουσική σκηνή. Η ιστορία της επιβιώνει όχι επειδή επαναλαμβάνεται, αλλά επειδή κάθε φορά ανανεώνεται μέσα από νέες αισθητικές ανάγκες, παραμένοντας ένας καθρέφτης των δικών μας φόβων.

